Λυδία Δέλιου


    Facebook Google Twitter

    Συνάντηση 4η

    Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε μια χώρα μακρινή, όπου κανένας άνθρωπος δεν ζούσε εκεί, ήταν η χώρα των βιβλίων. Εκεί υπήρχαν οι άγγελοι που αποστολή τους ήταν να κάνουν τα παιδιά να διαβάζουν. Υπήρχε και ο βασιλιάς, ο Μεγαbookης, ο οποίος έλεγε στους αγγέλους τι να κάνουν.

    Μια μέρα γεννήθηκε ένας άγγελος διαφορετικός από τους άλλους. Είχε κόκκινα μαλλιά και κόκκινα μάτια. Όταν μεγάλωσε και έγινε 14 χρονών όλοι τον κορόιδευαν επειδή έμοιαζε σαν διάβολος και έτσι τον έβγαλαν Διαβολοbookη. Ο Διαβολοbookης βαρέθηκε να τον κοροϊδεύουν και πήγε μακριά έξω από την πόλη. Καθώς προχωρούσε έβλεπε μερικά χωριά όπου υπήρχαν και άλλοι σαν κι αυτόν και τους έπαιρνε μαζί του.

    Μετά από λίγο καιρό έφτασε σε ένα ερημωμένο χωριό όπου έγινε βασιλιάς και έκανε όλους τους άλλους στρατιώτες και υπηρέτες. Είπε ότι ήθελε να πάρει εκδίκηση και ότι θα έκανε τον στρατό για να κάνει τα παιδιά να μην διαβάζουν. Έτσι έβαλε μπρος το σχέδιο. Έφτιαξε στρατό και πήγε στην γη. Εκεί κατέστρεψε βιβλία με τις μαγικές δυνάμεις του και έκανε τα παιδιά να μην τα διαβάζουν.

    Μόλις το έμαθαν αυτό οι άγγελοι έγιναν έξαλλοι και έστειλαν έναν εκπρόσωπό τους στο Αγγελοbookη. Ο Αγγελοbookης θα δώσει πολλές μάχες με τον Διαβολοbookη και τον στρατό του όμως κανείς δεν ξέρει ποιος θα κερδίσει.


    ~

    Συνάντηση 6η & 7η


    ΓΙΑΤΙ ΠΕΦΤΟΥΝ ΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ;

    Στα φωτεινά χρόνια, τότε που το φως ήταν πάνω απ’ όλα, κάθε αστέρι ήταν και μια ευχή και ένα όνειρο ενός παιδιού. Για αυτό λοιπόν κάθε βράδυ έπεφταν και πήγαιναν σ’ ένα σπίτι τρύπωναν στις καμινάδες και σιγά – σιγά πραγματοποιούσαν ένα όνειρο ενός παιδιού.


    Μια μέρα στην περίοδο του φωτός ένα αστεράκι ακόμα άπειρο στην δουλειά του μπήκε στην καμινάδα ενός σπιτιού και τρύπωσε από την κλειδαριά στο δωμάτιο της μικρής Αλίκης. Η Αλίκη ήταν αλλόκοτο και παράξενο παιδί, ήταν ντροπαλό και τα μάγουλά της κοκκίνιζαν σαν παντζάρια όταν τη ρωτούσαν το όνομά της αλλά είχε ένα και μοναδικό όνειρο, ένα όνειρο που ξεπερνά κάθε μικρό και ζωηρό μυαλουδάκι, ένα όνειρο που δεν χωράει στο νου ακόμα και ενός παιδιού. Η ευχή ή το όνειρο της μικρής Αλίκης ήταν να πετάξει, να πετάξει και να πάει τόσο μα τόσο ψηλά που δεν θα μπορούσε να τη βρει κανείς ούτε ένα σύννεφο μόνο ένα αστεράκι, το άπειρο αστεράκι της το γλυκό και στρουμπουλό αστεράκι της που με δυσκολία χωράει στην καμινάδα. Το αστεράκι της ήταν απογοητευμένο γιατί αυτό το όνειρο ξεπερνούσε κάθε σύνορο φαντασίας και κάθε φράκτη σκέψης. Πήγε σε σοφά αστεράκια μα κανένα δεν μπόρεσε να το βοηθήσει ώσπου σκέφτηκε να πάει στον γλυκό και καλό του παππούλη να ζητήσει βοήθεια. Ο παππούς του όπως πάντα βρισκόταν στο δωμάτιο – βιβλιοθήκη του και διάβαζε βιβλία. Το αστεράκι χτύπησε την πόρτα και μπήκε μέσα. Άρχισε να μιλάει στον παππού του και αυτός έφερε την λύση, έπρεπε να πραγματοποιήσει το όνειρο της μικρής Αλίκης μέσα σ’ ένα όνειρο και έτσι έκανε. Για αυτό λοιπόν από εκείνη την ημέρα οι δύσκολες ευχές ή τα μεγάλα όνειρα πραγματοποιούνται στον ύπνο μας και ξυπνάμε με μια ωραία ανάμνηση.

    ~

    ΕΝΑ ΤΟΠΙΟ

    Εγώ ονειρεύτηκα κλείνοντας τα μάτια ένα τοπίο μαγικό, ένα τοπίο το οποίο είναι όμορφο, πολύ όμορφο. Ο ελαφρύς ήχος του κύματος σε γαληνεύει και το απέραντο γαλάζιο σου χαρίζει ελευθερία. Η χρυσή άμμος σου δίνει μια αίσθηση θησαυρού και οι ζεστές ακτίνες του ήλιου σε κάνουν να ξεχνάς κάθε πρόβλημα που σου δημιουργείται. Τα χρώματα του ουρανού είναι πολλά και ο ήλιος σιγά - σιγά χάνεται εκεί που το ατέλειωτο τελειώνει. Μια υπέροχη μυρωδιά σε πλημμυρίζει και σε τυλίγει στο πέπλο της ψιθυρίζοντας σου λέξεις υπέροχες και χαϊδεύοντας σε τρυφερά. Χορεύοντας ξεχνάω και νιώθοντας αέρινη πετώ στον ουρανό και παρέα με τους γλάρους πηγαίνω από σύννεφο σε σύννεφο αφουγκράζοντας το λευκό και το απαλό αυτό στρώμα γαλήνης. Ξαφνικά προσγειώνομαι στην χρυσή αμμουδιά και ακούω το κελάηδισμα των πουλιών ταξιδεύοντας με σ' άλλους κόσμους. Σιγά - σιγά περνάω στην φύση με τις μυρωδιές των εξωτικών λουλουδιών της και το θρόισμα των φύλλων απ' το γλυκό αεράκι να σου χαϊδεύουν την ψυχή. Ακούς το ποταμάκι να ρέει και νιώθεις την ελευθερία να σε κατακτά. Βλέπεις πεταλούδες πολύχρωμες, άλλες κόκκινες, άλλες πράσινες, άλλες κίτρινες και άλλες όλα τα χρώματα μαζί. Η ζωντάνια και η ομορφιά αυτού του τοπίου σου δημιουργεί ένα χαμόγελο και μία ευχαρίστηση. Σου δημιουργείται η περιέργεια να εξερευνήσεις και άλλο το μέρος και μια τεράστια θέληση για αυτό σε κατακτά. Δεν θέλεις να τελειώσει και ξάφνου βλέπεις και άλλα, και άλλοι που ένα παιδικό μυαλό δεν μπορεί να φανταστεί. Μία αξέχαστη εμπειρία μου πλυμμηρίζει την καρδιά και νιώθω υπέροχα για αυτό. 

    Leave a Reply